Κερκυραϊκές παρόλες!!!

βαλιτσες ειδη ταξιδιου

Τση Άννης τση Νούνεση πάει να πει,

Εκεί εμαζευόντανε όλοι. Στο Σαρόκο. Χωριάτες, Μαλτέζοι, χωραίτες, Γαριτσιώτες, Εβραίοι και πολλοί στεριανοί. Ολοι εκοιτάζανε τσι πραμάτιες που ήτανε μέσα σε καλάθια καπεντεφιόρια, μπρόκολα, μαντουάνες μπανταντόνες και κανκιόφολες έτσι όπως τα φέρνανε από τα μαρτέζικα με τη καρέτα. Στη μέση από όλα τούτα ήτανε πάντα και ένας Μαντουκιώτης που επερίμενε τον πιο κουτόνε, τον άχαρο, να τονε βουρλίσει.

Δύο βήματα πιο κεί από τη πλατεία ήτανε και το φαρμακείο του Πασκαλίνου. Σπιτσερικά, γιοντερίτσινο, τσούκαρο ντι καρίτσιο, άτσιντο μπόρικο, μπάλες, τσιλέλες, πομάδες, βδέλλες και κορτέλα για το τάγιο μαζί με τα σκιτσέτα που ήτανε απαραίτητα εκάνανε το χώρο ιδανικό και το κάθε πονηρό Μαντουκιώτη επίδοξο πρωταγωνιστή ανεπανάληπτων «μπαρτσελέτων»

Ο χωριάτης ο άχαρος εμπήκε στη χώρα, εκείνο το πρωί, με το γάλλικο πιασμένο από τα ποδάρια σέρνοντάς το για το πουλήσει και τον επέτυχε το Μαντουκιώτη να πίνει το καφέ του. «Καλημέρα πατριώτη» του είπε πονηρά «πόσα μου δίνεις για ετούτο το πουλί, το γάλλικο, που τόχω ταισμένο σα παιδί» του λέει.
Αυτό ήτανε, εβουρλίστηκε ο Μαντουκιώτης μόλις άκουσε που το γάλλικο τόχε ο χωριάτης σα παιδί και που το επήγαινε δελέγκου για σφάξιμο. «Εγώ» του λέει «ψυχή μου που να τάβρω τα όβολα, αλλά κάτσε θα σου τηνε κανονίσω τη δουγειά μια και τόχεις σα παιδί σου». Τονε κέρασε ένα καφέ και επέρασε απέναντι στο φαρμακείο.

Εκεί ο σπιτσιέρης εμίλουνε με το τσελέντη, έκαμε στην άκρη να σώσουνε και μόλις εσταματήσανε του λέει του σπιτσιέρη.

«Αφεντικό, είναι ένας χωριάτης με σφαγειό δυνατό τόσο που δε μπορεί να πάρει τα ποδάρια του. Εκεί στη πλατεία τονε εκέρασα ένα καφέ σκέτονε και του πα νάρθει να του το κάμεις το σκιτσέτο να θαραπαεί μα είναι τση ντροπής και δε το παίρνει απόφαση. Τούπα που θα το κουμαντάρω εγώ το θέμα και που θα συννενοηθούμε, θα σου πει να του δώκεις τα όβολα για το γάλλικο να μη καταλάβουνε οι γυναίκες τι θα του κάμεις του άχαρου γιατί δε θάχει μούτρα να πάει λέει στο χωριό.

Εσύ τονε βάνεις στη καμαρούλα του κατεβάζεις τη βράκα, λάσκονε θα του πω να τον έχει το κόμπο να μην αργείται και εσύ του κάνεις το σκιτσέτο παναπεί να θαραπαεί ο άχαρος. Βάλε ετότενες τώρα το νερό και πάω να σου τονε στείλω.»

Τα είπε και εγύρισε εις το χωριάτη. «Δε σούπα» του λέει «τα εκανόνησα με το σπιτσιέρη. Θα πας και θα του πείς [[δώμου αφεντικό τα όβολα για το γάλλικο]] Αυτός θα σε πάρει στη καμαρούλα γιατί δε θέλει να δει κανείς οπού θα σε πλερώσει. Ελα μέσα θα σου λέει, το έχω έτοιμο το νερό. Το θέλει βλέπεις το γάλλικο για τη σπέζα τση μορόζας και δε θέλει να πάρει χαμπάρι κανείς που θα πλερώσει. Το γάλλικο θα το πάρω εγώ παναπεί και σείρε εσύ, [[να εκεί απέναντι]]» του είπε και του έδειξε από μακριά το φαρμακείο.

Πήγε ο χωριάτης στο φαρμακείο και ακόμα τρέχει με τη βράκα κάτου το κόμπο λάσκονε και το φαρμακοπειό να του φωνάζει  «Μα είναι χλιαρό το νερό, δε θα σε κάψω πως κάνεις έτσι;»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: