Οβραία, Σεφαραδίτισα!!!


Advertisement

Τση Άννης τση Νούνεση πάει να πει…

Από μικρή την είχε εις το σπίτι. Εμεινε από μάννα ορφανή κι εμπάρκαρε ο πατέρας της αμέσως σε βαπόρι για τη Μασσαλία αφήνοντάς του το θηλυκό να του κάνει λέει τσι δουλειές όσο θα μεγαλώνει.


Οβραία, Σεφαραδίτισα, δεν ετόλμουνε να την κοιτάξει ανθρώπου μάτι, τόσο όμορφη ήτανε. Κατέβαινε να κάμει τα θελήματα και εγύρναγε με τα παπούτσια στο χέρι τραγουδώντας Καστιλιάνικα τραγούδια για τη χαμένη τη πατρίδα, τραγούδια που ελέγανε donde esta la ciave estava en el cacon και τελίωνε το τραγούδι λέγοντας πως το κλειδί το είχανε φυλαμένο μια και la legenda de los judios Hispanolatinos τόθελε να ξαναπάρουνε πίσω τα σπίτια τους κι ας έλεγε ο Ραβίνος.


Εκατέβαινε τραγουδώντας «Σεφαράν λος Χαναναίο»και έλεγε τα επώνυμα Λούνα, Νιέτο, Μπάρδο, Μπάρμπα, Μέσα, Μορένο τραγουδιστά να ακούει τα ονόματα όπως τα έλεγε η μάννα της, να τη θυμάται.

«’Εχε τα μέντι σου θέλω καλό ψάρι »’έλεγε του ψαρά «μη με μπαλιγάρεις με το μπαλάντσο, να αφήκετε το πράμα σότο μπαλάνκο και θάρθει ο ίδιος να τα πάρει άμα θα τάχετε κιόλης παστρέψει. Εγώ θα ανεβάσω τσι μπαταντόνες και θα πάω και από τη ράφτρα να μου σιάσει τη πιετίνα. Ακούσατε Οβραίοι πόβροι Χανανέοι το μεγάλο το κακό. Χέρι, Χέρι αρπάζει το μαχαίρι και ήφελε να σκοτωφεί» τόλεγε και τούτο τραγουδιστά και γύρναγε στο σπίτι.
Εκεί είχε να κάμει με την όπερα του αρχόντου El regno del silenzio μουρμούριζε ενώ του ετοίμαζε το τσάι του με τα βουτήματα πάντα την ίδια ώρα κλείνοντας τη φανέστρα κάτω από το όρντινο του πάντα , γιατί μόνο αυτός ήξερε την ώρα , να είναι εφτά μα ίσως και τέταρτο και ακόμα πιο μετά η άλλη φορά μπριχού μια και τα παράθυρα εβλέπανε όλα στα μουράγια και ο άρχοντας εθαύμαζε κάθε απόγευμα σέντσα άλτρο τα χρώματα του ουρανού πρωτού τη κλείσει για το βράδυ τη φανέστρα. «Il crepusolo mi fa sciffo τζόγια μου και αλτεράρω άμα δε μπούνε νελ μιο κουόρε τα κολόρα ετούτα που είναι ότι πιο όμορφο έκαμε ο Αγιος, να πας στον Αγιο αύριο για την προυγιασμένη κόρη μου»της έλεγε πήγαινε εκείνη και γυρνώντας πέρναγε και από το Ντουόμο να πει του Φλάρη του καθολικού τα χαιρετίσματα. Και πάλι τραγουδούσε. Τα βράδυα εδειπνούσανε πουλέντα, συνήθεια Ιταλική με σάλτσα από ντομάτα όχι σταφίδες και πίνανε και όρτσο που του τάρεσε.
Ακούανε την όπερα ολάκερη , άλληνε κάθε βράδυ και εκείνη εμουρμούριζε πότε «αντίο ντελ πασάτο» πότε «’τσελέστε Αίντα» πότε «’ Ω μία πάτρια»  που ήτανε τζα και το αγαπημένο της.
Αυτός μετά αποσυρόντανε στα δώματα του και εκείνη καθόντανε μέχρι αργά χωρίς , για χρόνια να καταλαβαίνει γιατί ο ύπνος δεν ερχόντανε. Μεγάλωνε και τούτο μόνο δεν εκαταλάβαινε από τη ζωή. Ξάπλωνε στο κρεβάτι και αντί να κοιμηθεί οπως άκουγε που κάνει όλος ο κόσμος εκείνη ταξίδευε πάνω από θάλασσες και μπλέ και βαθιές και απέραντες. Ξάπλωνε σε ακρογυαλιές πάνω στο κύμα χειμώνα καλοκαίρι μα αντί να νανουρίζεται ξυπνούσε και όση κι αν είχε κούραση δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί πριν από το ξημέρωμα.

Ώσπου ένα βράδυ, έτσι απότομα, πριν στρίψει για τη κάμαρά του, τη κοίταξε και είπε μόνο το όνομά της.

«Σε μένα εμιλήσατε» του είπε και τον κοίταξε. «Σε σε» της είπε και έκλεισε τη πόρτα.
Δεν εκατέβηκε ξανά για θέλημα η ψυχοκόρη.

Λένε που γδύθηκε και μπήκε εις τη καμαρά του τραγουδώντας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: