Έλα να σου διαβάσω τον Ταρζάν…

τση Άννυς μάτια τση Νούνεσης

__567

Advertisement

του έλεγε και τούμηνε του άχαρου. Δεν άφηκε σγόρνα για σγόρνα στο Καμπιέλο. Επιανόντανε από την άκρη τση, την ανέβαινε μέχρι τη πρώτη φανέστρα και ύστερα την εκατέβαινε γλυστρώντας μιμούμενος ανελειπώς την του ηρωά του κραυγήν. «Ααααα» και τίποτ΄άλλο βέβαια μια και αυτό σαν φωνή στο Καμπιέλο ήτανε αρκετή να αναστατώσει όλο το τετράγωνο. Αργότερα του έκατσε μπαλί να βγαίνει απ’ ευθείας από τη φανέστρα στη σγόρνα και να γλυστράει στη γης. Εβάρουνε δαγκαμασιά στο πηλήκειο του σκογειού, εσάρτενε ένα κουάρτο και τση κονταριζόντανε στη νάτολα τση μάμμας του ίδιος ο Βαισμίλερ.

Κακάν Κακάν τση έκανε και εκείνη που τσι πιο πολλές φορές εμπαρλακιαζόντανε έκραζε τον Αγιο, αγιούτο Χριστιανοί και οπωπω από ποιόνε επήρε και σαρτένει σα το μόστακα μια και ο πατέρας του είναι σα βαντάκα. Εκεί τση μπαίνανε αμέσως οι διαόλοι και εσταυροκοπιόντανε στον Αη Λευτέρη. Δε πιστεύω να είναι του συχωρεμένου έλεγε από μέσα τση και εθυμόντανε που εκείνα τα καρναβάλια είχε ντυθεί ο Σπύρος τση Ταρζάν και τση το έκαμε το άδικο εις τη σούδα εις το Φοίνικα όπως ανεβαίνανε για το μπάλ μασκέ εκεί στο αδιέξοδο.
Ετούτη η μανία που είχε να κάνει το Ταρζάν δε τση καθόντανε που είναι μόνο από το παραμύθι. Επήσθηκε που κάτι πιο χοντρό συνέβαινε όταν εκεί απέναντι από την εκκλησιά ήρθε να κάτσει μια ζωντοχήρα. Μπαλί τση μπήκε όταν τον είδε να κανοκυαλάρει τα βρακιά τση. Πάει, φάντε μπαστούνι θα τον έβρει στη φανέστρα της έλεγε η άχαρη η μάννα του και επερίμενε να ιδεί το πότε.

Η ζωντοχήρα ήτανε όπως μούζο ντούρο και τούκανε τη καμπόσηνε. Μια που θάρθει ο αδερφός της από το Μαντούκι μια που περιμένει το κουμπάρο από την Αφρα το είχε το φλημένονε ατέντο για να μπορεί να τονε αφίνει ιμπάντο ότι ώρα ήθελε.

Εκείνος το είχε βάλει ρισπέτο. Ανέβαινε από τη σγόρνα στο δικό του σπίτι, ετράβουνε τσι τσινγκινιόλες, εχωνόντανε μέσα από τη φανέστρα και ονειρευόντανε να βρεθεί στη καμαρή τση και απάνου στο κρεβάτι τση και Αγιος να βάλει το χέρι του έλεγε γιατί μπορεί κοπέλα να μην ήτανε η λεγάμενη αλλά ήτανε σκέτο τζαβάγιο.

Εκείνη την ημέρα από μπονόρα, Μεγάλη Παρασκευή ήτανε, του έκανε μότα και ντολτσέτες ετούτη και ο καψερός ήτανε μπριβάδος για το φάτο.

Απόφαε το μεσημέρι τότσο ψωμί χωρίς λάδι κιόλης γιατί η μάμμα του το εβάστουνε το έθιμο να μη το βάνει το τραπέζι τέτοια μέρα.
Επερίμενε να πάει τότσο η ώρα μη την έβρει μες το μπίζολο και τση επαρουσιάστηκε σα το μόρο από τη κανιζέλα. Μόλις τον είδε αυτή εσπαβεντάρισε. ΄΄Ορσε ορέ΄΄ του λέει ΄΄λιμοκοντόρε που επερίμενες να πάει ώρα που βγαίνει ο επιτάφιος για να μου παρουσιαστείς, θα κατεβώ ορέ να τονε βγάλω με τσι φιλονάδες μου, τι σου επέρασε ιδέα που θα κάτσω μέσα να σε περιμείνω αλιμάνκου’’

Του ήρθε ταμπλάς του άχαρου και γθόθηκε να φύγει. Κάνει προς τη φανέστρα, πατεί το ποδάρι του και βγαίνει εις τη σγόρνα. Μολάρει ο πέρονας τση σγόρνας μπάντα κι άλλη και φεύγει όλη από πάνου μέχρι κάτου λες και ήτανε μπούλεγα ποστίτσα.

Εκαμε ο άχαρος ένα πάτωμα με τα ποδάρια αλεμπαρτά φωνάζοντας «Αααααα» τη κραυγή του ηρωά του και ευτυχώς που έντεσε στο αποκάτου το περβάζι γιατί εκείνη την ώρα έπέρνουνε στα μωβ όλος στολισμένος ο επιτάφιος και οι φιλονάδες τση με τα καλαθάκια και τηνε περιμένανε. «Ελα ορη» τση είπανε γιατί εκείνη τη στιγμή έβγαινε κι εκείνη από τη πόρτα ενώ ο λεγάμενος ήτανε από πάνου τση καπελαδούρα με τα ποδάρια και τα χέρια ανοιχτά.

 


Advertisement

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: